Πρωινό ταξίδι, ο δρόμος να ανοίγεται μπροστά μου σαν υπόσχεση. Φεύγω από την Αθήνα με το αυτοκίνητο, αφήνοντας πίσω μια πόλη βρεγμένη, μουσκεμένη από εκείνη τη βροχή που κάνει τα πάντα να φαίνονται πιο βαριά.

Και όσο ανεβαίνω προς την Αρκαδία, όσο πλησιάζω τα Λαγκάδια — το χωριό της καταγωγής μου,— ο ουρανός αλλάζει.

Η βροχή μένει πίσω. Μπροστά μου, ο τόπος ανοίγεται με έναν ήλιο λαμπερό, σαν να με προϋπαντεί και να μου λέει «καλώς ήρθες».

Ο λόγος του ταξιδιού δεν ήταν απλώς μια επίσκεψη στο χωριό. Ήταν η συμμετοχή σε μια εκδήλωση υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού· μια ημέρα δράσης αφιερωμένη στην προστασία του παραδοσιακού πολιτιστικού πλούτου, αυτού του θησαυρού που κινδυνεύει σιωπηλά να χαθεί, αν δεν τον υπερασπιστούμε εμείς που τον πονάμε.

Κι έτσι, το πρωινό ταξίδι από την βροχερή Αθήνα προς τα Λαγκάδια έπαιρνε μια άλλη διάσταση. Δεν ήταν μόνο μια απλή επίσκεψη στον χωριό — ήταν επιστροφή σε ό,τι αξίζει να σωθεί.

Έφτασα αργά. Πάρκαρα πίσω από τους Ταξιάρχες και ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλοπάτια, προσπαθώντας να προλάβω το μπουλούκι των επισκεπτών που είχε ήδη ξεκινήσει την πορεία του.

Οι δυνατές φωνές τους αντηχούσαν στο πανέμορφο πέτρινο χωριό και με οδήγησαν κοντά τους σαν να συνδέθηκα μαζί τους με ένα νοητό νήμα. Στέκονταν σιωπηλοί, με εκείνο το έντονο ενδιαφέρον που γεννιέται όταν ο λόγος αφορά κάτι πολύτιμο. 

Παρακολουθούσαν την αντιδήμαρχο Πολιτιστικών του Δήμου Γορτυνίας, την κ. Πένυ Μπέτσα, να μιλάει. Κρέμονταν από το στόμα της — όχι από ευγένεια, αλλά από ανάγκη. Από την ανάγκη να μάθουν, να καταλάβουν, να νιώσουν πως ο πολιτισμός που κινδυνεύει έχει ακόμη ανθρώπους να τον υπερασπιστούν. Δίπλα της ο κ. Θωμάς Μάμαλης, Γενικός Γραμματέας των «ΑΝΘΕΩΝ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ», όπως και ο Ταμίας κ. Σταύρος Μποζίκας.

Η πρώτη φάση του περιπάτου γνωριμίας μάς οδήγησε στο πάνω κομμάτι του χωριού· εκείνον τον παλιό, ξεχασμένο «πάνω μαχαλά», όπως τον έλεγαν οι παλιοί με μια τρυφερότητα που μόνο όσοι έχουν ζήσει τις ανηφόρες του μπορούν να καταλάβουν.

Τα σπίτια, πέτρινα και αγέρωχα, έστεκαν σαν φύλακες του χρόνου. Οι αυλές, άλλοτε γεμάτες φωνές και μυρωδιές, τώρα άφηναν μόνο ψιθύρους μνήμης. Κάθε βήμα πάνω στα καλντερίμια ήταν σαν να ξετυλίγει μια ιστορία — μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ, αλλά ζει ακόμη στα βλέμματα των ανθρώπων που επέστρεψαν για να την ακούσουν.

Ο πάνω μαχαλάς μάς υποδεχόταν χωρίς λόγια, με τον τρόπο που υποδέχεται ένας τόπος που έχει δει πολλά και περιμένει να τον αφουγκραστείς.

Περάσαμε από παλιές πέτρινες βρύσες — άλλες ανακαινισμένες, άλλες μισοξεχασμένες — και ακούσαμε το νερό να χύνεται πάνω στην πέτρα, να κυλάει μέσα στο ρυάκι σαν να ψάχνει τη γη που θα το ρουφήξει. Ήταν ένας ήχος αρχέγονος, οικείος, σαν ανάσα του χωριού που δεν λέει να σβήσει.

Προχωρήσαμε μπροστά από σπίτια όμορφα, διατηρημένα, που έμοιαζαν να κρατούν ακόμη μέσα τους φωνές και ιστορίες. Και δίπλα τους, άλλα — παλιά, εγκαταλελειμμένα — να στέκουν σαν πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ.

Μπήκαμε σε δυο-τρία από αυτά. Πανέμορφες σκηνές εγκατάλειψης μάς περίμεναν μέσα. Το πράσινο χρώμα στους ταμπλαδωτούς μεσότοιχους, οι παλιές πολυθρόνες που είχαν ξεχάσει το βάρος ανθρώπου, τα ξέστρωτα σιδερένια κρεβάτια με τους σουμιέδες να περιμένουν μια ανάσα ζωής να τα δροσίσει.

Όλα έμοιαζαν με πίνακες του Ρόρρη — εκείνη την υπαινικτική απελπισία που διακρίνει τα έργα του, την αίσθηση ότι κάτι όμορφο φθείρεται αργά, αλλά δεν παραιτείται. Αρκάς κι αυτός άλλωστε… σαν να μιλούσε ο τόπος μέσα από τα χρώματα και τις σκιές.

Περάσαμε την πλατεία και κατεβήκαμε προς τον κάτω Μαχαλά. Και εκεί, χωρίς να το περιμένω, η συγκίνηση άρχισε να ανεβαίνει σαν κύμα. Ο τόπος άλλαζε, αλλά μέσα μου ξυπνούσε ακριβώς όπως τον άφησα.

Θυμήθηκα τα βράδια που, μισοκοιμισμένος, κρεμασμένος στους ώμους του παππού, με κουβαλούσε αγόγγυστα στο κατωφερικό καλντερίμι. Κατέβαινε με τη σβελτάδα εφήβου — σαν να μην τον άγγιζε ο χρόνος, σαν να μην τον βάραινε τίποτα. Κι εγώ, μικρός, άκουγα μόνο την ανάσα του και το ρυθμικό χτύπο των βημάτων του πάνω στην πέτρα.

Η γιαγιά μας περίμενε ήδη. Η φασολάδα αχνιστή στο τραπέζι, και στο τηγάνι τα κομμάτια του παστού χοιρινού, τσουρουφλισμένα από το λάδι, έσμιγαν με την ομελέτα που απλωνόταν από πάνω τους με επεκτατικές βλέψεις, σκεπάζοντάς τα με το χρυσαφί πέπλο της.

Ήταν μια τελετουργία απλότητας, μια καθημερινή ιεροτελεστία που τότε δεν καταλάβαινα, μα τώρα — χρόνια μετά — νιώθω πως ήταν η πιο καθαρή μορφή αγάπης.

Στη μεγάλη αίθουσα του ισογείου του Δημοτικού Σχολείου ήταν στημένος ο εξοπλισμός για την προβολή ενός σχετικού ντοκιμαντέρ. Οι καρέκλες, στοιχημένες σε σειρές, μας περίμεναν — κρύες από το βάθος του χρόνου, σαν να είχαν μείνει εκεί ακίνητες, περιμένοντας τα σώματά μας να τις ζεστάνουν, να τις ξυπνήσουν όπως παλιά.

Στριμωχθήκαμε με ανυπομονησία. Η αίθουσα, μισοσκοτεινή, έμοιαζε να ανασαίνει ξανά με την παρουσία μας. Κάθε κάθισμα, κάθε τοίχος, κάθε σκιά έμοιαζε να θυμάται εποχές που δεν ζουν πια, μα δεν έχουν σβήσει.

Ήταν σαν να ξαναζωντάνευε το σχολείο για μια στιγμή — όχι από φωνές παιδιών, αλλά από ανθρώπους που επέστρεψαν για να τιμήσουν ό,τι δεν πρέπει να χαθεί.

Η κινηματογραφική ματιά — έργο της κας Αγγελικής Νικήτα — έρεε αβίαστα στην οθόνη, σαν νερό που βρίσκει μόνο του τον δρόμο του. Κάθε κάδρο, κάθε μετάβαση, κάθε σιωπή συνεπικουρούνταν από τον ποιητικό λόγο του Προέδρου μας, του κ. Ιωάννη Τσιαούση, που έδινε στις εικόνες βάθος, στις μνήμες μορφή και στον τόπο φωνή.

Έφυγα γεμάτος σκέψεις. Ακολούθησα την ανηφόρα για την πλατεία με το μυαλό να δουλεύει σαν παλιός νερόμυλος — αργά, σταθερά, με εκείνο το γνώριμο τρίξιμο που δηλώνει πως κάτι μέσα σου κινείται.

Εκεί, στην πλατεία, περίμενε η παρέα. Ή μάλλον — η μικρή μας task force, η ομάδα για το μεγάλο ταξίδι στη ρεματιά. Τα φαντάσματα των νερόμυλων μάς περίμεναν… όχι για να μας τρομάξουν, αλλά για να μας θυμίσουν ότι ο χρόνος δεν σβήνει τα πάντα· αφήνει ίχνη, και τα ίχνη ζητούν κάποιον να τα ακολουθήσει….